♦ Πρόλογος στο βιβλίο “Μπορώ και με τα μάτια μου”
Βασίλης Κουρμπέτης & Μαριάννα Χατζοπούλου
Απρίλιος 2010
<
Θυμάμαι τη μαρτυρία ενός δωδεκάχρονου κωφού παιδιού. Το όνειρό του ήταν, έλεγε, όταν μεγαλώσει να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Αυτό όμως, πρόσθετε αμέσως, αποκλειόταν, γιατί ως κωφός δεν μπορούσε ν’ ακούσει τη σφυρίχτρα του διαιτητή. Γι’ αυτό το παιδί η αυλαία είχε ήδη πέσει: Η φυσική του κατάσταση θα εμπόδιζε για πάντα την πραγματοποίηση του ονείρου του. Με έκανε σαφώς να αισθανθώ το βάρος του “πραγματικού” πάνω στους ώμους του. Δεν βίωνε το ποδόσφαιρο ως κοινωνικό θεσμό που θα μπορούσε κανείς ν’ αλλάξει τους κανόνες του. Παρόλο που ήξερε πως τόσοι κωφοί όπως το ίδιο παίζουν ποδόσφαιρο χωρίς καμία δυσκολία, έβλεπε την κώφωση σαν αδιαπέραστο φραγμό. Όμως το “πραγματικό” αυτό δεν ανάγεται στη φύση της κώφωσης, αλλά στις αντιλήψεις και στις πρακτικές που δημιουργούν μια δεδομένη εικόνα για την κώφωση στο μυαλό των ανθρώπων. Στις περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες η θέση των κωφών εξακολουθεί να μην είναι ισότιμη, και το γεγονός ότι και οι ίδιοι οι κωφοί υιοθετούν τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις σχετικά με τους περιορισμούς που η “φύση” της κώφωσης θέτει, δεν προκαλεί έκπληξη σε κανέναν.
Χρειάστηκαν αιώνες για να πάψει ο άνθρωπος να πιστεύει πως ο ήλιος γυρίζει γύρω από τη γη, και παρ’ όλα αυτά συνεχίζουμε να λέμε πως ο ήλιος ανατέλλει και δύει, όπως μας το υποδεικνύει η “φύση” των αισθήσεών μας. Με τον ίδιο τρόπο, τι πιο φυσικό ένας ακούων να θεωρεί πως ο αποκλειστικός δρόμος κοινωνικής ένταξης των κωφών είναι ν’ ακούσουν και να μιλήσουν;
Η πραγματικότητα της κώφωσης δεν είναι μονοσήμαντη. Η δυσκολία αμφισβήτησης λανθασμένων αντιλήψεων και υιοθέτησης νέων θέσεων σχετικά με την κώφωση οφείλεται σε δύο παράγοντες.
Ο πρώτος είναι ότι το ευρύ κοινό δεν έχει πρόσβαση σε επιστημονικές γνώσεις. Το εγχειρίδιο που κρατάτε έχει στόχο την καταπολέμηση της άγνοιας από τη μεριά του μεγάλου κοινού σχετικά με την κώφωση, τις ψυχολογικές, νοητικές και κοινωνικές συνέπειές της, και το τι είναι μια νοηματική γλώσσα. Η άγνοια αυτή καταπολεμάται με γνώσεις βασισμένες σε επιστημονικές και κοινωνικές παρατηρήσεις και έρευνες, και η κάθε παράγραφος του βιβλίου, με πολλαπλά παραδείγματα και συγκριτικές περιγραφές, απαντά με απλό αλλά πολύ αναλυτικό τρόπο στις ερωτήσεις κάθε ενδιαφερόμενου, είτε γονιού είτε όχι, κωφού ή μη κωφού.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η άρνηση, που στηρίζεται από το κατεστημένο που έχει ταυτιστεί με μια ορισμένη αντίληψη σχετικά με τη “φύση” της κώφωσης. Εδώ η άρνηση αυτή δεν απορρέει από μια tabula rasa που περιμένει στοιχεία που θα της προσθέσουμε, αλλά οφείλεται στο ότι ο χώρος της κώφωσης κυριαρχείται από αντιλήψεις, προκαταλήψεις, γνώμες ειδικών και μη, συχνά απαρχαιωμένες, που πρέπει να παραμεριστούν, για να υιοθετηθεί μια καινούργια ιδέα, ακριβώς όπως, για να αποσυρθεί η ιδέα της “ανατολής” και της “δύσης” του ηλίου, χρειάστηκε να αρθούν οι ιδεολογικές αντιστάσεις, ώστε να κυριαρχήσουν νέες απόψεις χωρίς τις οποίες καμιά επιστημονική και πολιτιστική πρόοδος δεν θα επιτυγχανόταν.
Εδώ προσεγγίζουμε ίσως το πιο σημαντικό θέμα στον χώρο της κώφωσης. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Bernard Mottez (2006) βάσισε τις αναλύσεις του σχετικά με την εμπειρία ζωής των κωφών στην αναγκαία αντιπαράθεσή τους με την άρνηση και τις προκαταλήψεις.
Σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής και σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους, οι κωφοί υποχρεώνονται να βιώσουν διάφορες μορφές άρνησης, μικρής ή μεγάλης κλίμακας, σύμφωνα με εποχές και τόπους, ξεκινώντας από την απλή άρνηση της εκμάθησης και χρήσης της νοηματικής γλώσσας στο σχολείο και αλλού, την έλλειψη πρόσβασής τους σε κοινωνικούς θεσμούς και λειτουργίες, επαγγέλματα, θέσεις ευθύνης, ΜΜΕ κτλ., περνώντας σε πιο σκληρές μορφές αποκλεισμού, όπως η άρνηση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων (γάμου, κληρονομιάς, άδειας οδήγησης κλπ.), έως την τραγωδία των μαζικών στειρώσεων κωφών γυναικών και την εξολόθρευση χιλιάδων κωφών στη Γερμανία του Χίτλερ, έως “ζωές που δεν αξίζουν να βιωθούν” (Biesold 1999). Η προσωπική και κοινωνική ύπαρξη των κωφών και οι διεκδικήσεις τους δεν απορρέουν ποτέ από τη “φύση” της κώφωσης, είναι αποτελέσματα σκληρών αγώνων για την αναγνώριση του δικαιώματος στη διαφορά, όσο και του δικαιώματος στην ίση μεταχείριση, δηλαδή στη μη διαφοροποίηση.
Για να συνειδητοποιήσει κανείς αυτές τις εμπειρίες ζωής που βιώνουν καθημερινά οι κωφοί ενήλικες, χρειάζεται να αναλύσει τις ατομικές και κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζουν, λαμβάνοντας υπόψη την πορεία τους διαχρονικά. Γι’ αυτό τον σκοπό οφείλει όποιος ενδιαφέρεται για τους κωφούς να εστιάσει πρώτα τον φακό του στο κωφό παιδί, κατά τη βρεφική και νηπιακή ηλικία, τότε που όλα είναι ακόμα δυνατά. Η Μαριάννα Χατζοπούλου και ο Βασίλης Κουρμπέτης παρουσιάζουν τις αναλύσεις, παρατηρήσεις και προτάσεις τους απευθυνόμενοι τόσο στο ευρύ κοινό, όσο και σε επιστήμονες και επαγγελματίες. Η εξαιρετική αυτή εργασία παρουσιάζει την καθημερινότητα της ζωής του κωφού παιδιού και των γονέων του με τρόπο ζωντανό και πρακτικό, αλλά και με κάτι παραπάνω, που σπάνια χαρακτηρίζει τις παρουσιάσεις του θέματος αυτού. Χωρίς να παραμελούν τις επιπτώσεις της κώφωσης στους κωφούς και τις οικογένειές τους, οι συγγραφείς διάλεξαν να τονίσουν τις δυνατότητες τους κωφού παιδιού, που βασίζονται στις δυνάμει ικανότητες κάθε ανθρώπου να αναπτυχθεί όταν βρεθεί στις κατάλληλες συνθήκες. Γι’ αυτό τον λόγο η θετική διατύπωση “το κωφό παιδί είναι ένα παιδί που βλέπει” παίζει θεμελιακό ρόλο στην παρουσίασή τους, εκεί όπου τόσοι άλλοι αραδιάζουν έναν κατάλογο μειονεκτημάτων. Αυτή η αλλαγή οπτικής όχι μόνο μας φανερώνει το κωφό παιδί με ασυνήθιστο τρόπο, αλλά και μας υποδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο που παίζει η στάση του ενήλικα (γονιού ή επαγγελματία) απέναντί του όταν δείχνει τη διάθεση να δεχθεί την ιδιαιτερότητά του. Με αυτό το σκεπτικό, εφόσον ο αγώνας για ισότιμη ένταξη του κωφού στη σημερινή κοινωνία δεν σταματάει ποτέ, οι στόχοι δεν αφορούν πλέον μόνο την αλλαγή των συνθηκών ζωής των κωφών, αλλά και τη στάση των ακουόντων απέναντί τους.
Έτσι η Μαριάννα Χατζοπούλου και ο Βασίλης Κουρμπέτης δίνουν έμφαση στην κώφωση ως διαπροσωπική σχέση, ως σχέση μεταξύ ατόμων, και όχι ως δυσλειτουργία ενός οργάνου, κάτι που δυστυχώς σπάνια συναντάμε. Και στη διαμόρφωση της σχέσης αυτής καλούνται όλοι να παίξουν τον ρόλο τους, ακούοντες και κωφοί. Ο Ελβετός συγγραφέας Nicolas Bouvier παρατηρεί: “Ξεκινάμε να κάνουμε ένα ταξίδι, και μερικές φορές είναι το ταξίδι που μας διαμορφώνει” (1985:10). Για έναν ακούοντα που δέχεται να γνωρίσει στιγμές ανασφάλειας και αποξένωσης, και να αισθανθεί την αμφισβήτηση της ταυτότητάς του, η συνάντησή του μ’ έναν κωφό μπορεί να αποτελέσει έναν σίγουρο τρόπο να αναθεωρήσει τις καθημερινές σχέσεις του όχι μόνο με τους κωφούς, αλλά ακόμα και με τους ακούοντες. Η αλλαγή αυτή όμως προϋποθέτει τον περιορισμό της προσκόλλησής του στο “ίδιο”, που αποτελεί τη βάση της απόρριψης του “άλλου” και του ρατσισμού. Πιστεύω πως αυτό το βιβλίο ξεπερνά τον στόχο της απλής παρουσίασης μιας νέας προσέγγισης της κώφωσης και προτρέπει σε μια άλλη στάση ζωής.

 

Παρίσι, Απρίλιος 2010 – Πρόλογος στο βιβλίο “Μπορώ και με τα μάτια μου – Eκπαιδευτικές προσεγγίσεις και πρακτικές για κωφούς μαθητές”, Βασίλης Κουρμπέτης & Μαριάννα Χατζοπούλου, Εκδώσεις Καστανιώτη, 2010.